Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιεράρχης

/i.eˈɾaɾ.çis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. θρησκείαανώτατος κληρικός ή προϊστάμενος κληρικών μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας Βικιλεξικό
    • Στην αψίδα και στους κάθετους τοίχους του ιερού εικονίζονται τέσσερις ιεράρχες σε στάση τριών τετάρτων προς το κέντρο της αψίδας φορώντας μονόχρωμο, ακόσμητο φαιλόνιο (Ευθ. Ν Τσιγαρίδας, Οι τοιχογραφίες της Μονής Λατόμου Θεσσαλονίκης και η Βυζαντινή ζωγραφική του 12ου αιώνα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1986, σελ. 153)

Ετυμολογία

ιεράρχης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἱεράρχης < ἱερός, ἄρχω. Συγχρονικά αναλύεται σε (ιερός) ιερ- + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιεράρχηςιεράρχες
Γενικήιεράρχηιεραρχών
Αιτιατικήιεράρχηιεράρχες
Κλητικήιεράρχηιεράρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →