Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιερογλυφικός

/i.e.ɾo.ɣli.fiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τα ιερογλυφικά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Ιερογλυφική γραφή συναντάμε στην Αίγυπτο, την Μινωική Κρήτη, και σε άλλους λαούς.

Ετυμολογία

ιερογλυφικός < ελληνιστική κοινή ἱερογλυφικός < ἱερογλύφος < αρχαία ελληνική ἱερός + γλύφω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιερογλυφικόςιερογλυφικήιερογλυφικό
Γενικήιερογλυφικούιερογλυφικήςιερογλυφικού
Αιτιατικήιερογλυφικόιερογλυφικήιερογλυφικό
Κλητικήιερογλυφικέιερογλυφικήιερογλυφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιερογλυφικοίιερογλυφικέςιερογλυφικά
Γενικήιερογλυφικώνιερογλυφικώνιερογλυφικών
Αιτιατικήιερογλυφικούςιερογλυφικέςιερογλυφικά
Κλητικήιερογλυφικοίιερογλυφικέςιερογλυφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →