Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιεροτελεστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ιεροτελεστία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιεροτελεστικός < ιεροτελεστία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιεροτελεστικόςιεροτελεστικήιεροτελεστικό
Γενικήιεροτελεστικούιεροτελεστικήςιεροτελεστικού
Αιτιατικήιεροτελεστικόιεροτελεστικήιεροτελεστικό
Κλητικήιεροτελεστικέιεροτελεστικήιεροτελεστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιεροτελεστικοίιεροτελεστικέςιεροτελεστικά
Γενικήιεροτελεστικώνιεροτελεστικώνιεροτελεστικών
Αιτιατικήιεροτελεστικούςιεροτελεστικέςιεροτελεστικά
Κλητικήιεροτελεστικοίιεροτελεστικέςιεροτελεστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →