ιζηματογένεση
•
- γεωλογίαη δημιουργία ιζηματογενών πετρωμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιζηματογένεση < (ίζημα) ιζηματ- + -ο- + -γένεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιζηματογένεση | ιζηματογενέσεις |
| Γενική | ιζηματογένεσης | ιζηματογενέσεων |
| Αιτιατική | ιζηματογένεση | ιζηματογενέσεις |
| Κλητική | ιζηματογένεση | ιζηματογενέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →