Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιζηματογενής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου σχηματίζεται από ιζήματα Βικιλεξικό
    • ιζηματογενείς προσχώσεις, ιζηματογενή πετρώματα

Ετυμολογία

ιζηματογενής < ίζημα + -ο- + -γενής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιζηματογενήςιζηματογενήςιζηματογενές
Γενικήιζηματογενούςιζηματογενούςιζηματογενούς
Αιτιατικήιζηματογενήιζηματογενήιζηματογενές
Κλητικήιζηματογενή / ιζηματογενήςιζηματογενήςιζηματογενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιζηματογενείςιζηματογενείςιζηματογενή
Γενικήιζηματογενώνιζηματογενώνιζηματογενών
Αιτιατικήιζηματογενείςιζηματογενείςιζηματογενή
Κλητικήιζηματογενείςιζηματογενείςιζηματογενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →