Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με ιό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Η νόσος μεταδίδεται πιο εύκολα, όταν είναι υψηλό ή μεγάλο το ιικό φορτίο

Ετυμολογία

ιικός < ιός + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική viral)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιικόςιικήιικό
Γενικήιικούιικήςιικού
Αιτιατικήιικόιικήιικό
Κλητικήιικέιικήιικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιικοίιικέςιικά
Γενικήιικώνιικώνιικών
Αιτιατικήιικούςιικέςιικά
Κλητικήιικοίιικέςιικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →