ιικός
•
- βιολογίαπου έχει σχέση με ιό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- Η νόσος μεταδίδεται πιο εύκολα, όταν είναι υψηλό ή μεγάλο το ιικό φορτίο
Ετυμολογία
ιικός < ιός + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική viral)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιικός | ιική | ιικό |
| Γενική | ιικού | ιικής | ιικού |
| Αιτιατική | ιικό | ιική | ιικό |
| Κλητική | ιικέ | ιική | ιικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιικοί | ιικές | ιικά |
| Γενική | ιικών | ιικών | ιικών |
| Αιτιατική | ιικούς | ιικές | ιικά |
| Κλητική | ιικοί | ιικές | ιικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →