ιός
•
- βιολογίαιδιαίτερα μικροσκοπικός μολυσματικός παράγοντας ο οποίος, προκειμένου να αναπαραχθεί, πρέπει να εισέλθει στα κύτταρα ενός οργανισμού (ενός ξενιστή), του οποίου τα συστατικά και το μεταβολισμό χρησιμοποιεί για το σκοπό αυτό Βικιλεξικό
- Σε αντίθεση με το κύτταρο, που είναι η θεμελιώδης μονάδα της ζωής, ο ιός δεν είναι τίποτε περισσότερο από νουκλεϊκό οξύ και πρωτεΐνες. Μόνο όταν βρεθεί μέσα σε ένα κύτταρο-ξενιστή, ο ιός «ξυπνά» και εκφράζει τη χαρακτηριστικότερη ιδιότητα των ζωντανών οργανισμών, δηλαδή την αναπαραγωγή.
- Γεια σου θλίψη / Καλημέρα θλίψη / έχεις εγκατασταθεί μονίμως μέσα μας / είσαι χειρότερη από τους ιούς και τους βακίλους / οι φιλόσοφοι σ’ εξετάζουν στο φασματοσκόπιο / έχεις δώσει λαβή σε μιαν εξαίρετη λογοτεχνία
- Παρ'όλο που αρκετοί ιοί φαίνεται να προκαλούν διάρροια στις στρουθοκαμήλους (παραμυξοϊός, ρεοϊός, ερπητοϊός, birna-like ιός, εντεροϊός, αδενοϊός και κοροναϊός), η συχνότητα με την οποία αυτοί απαντούν είναι άγνωστη. (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 52, 2001)
Ετυμολογία
ιός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰός (δηλητήριο), (σημασιολογικό δάνειο) διαγλωσσική ορολογία virus (< λατινικά virus)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιός | ιοί |
| Γενική | ιού | ιών |
| Αιτιατική | ιό | ιούς |
| Κλητική | ιέ | ιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →