Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιμπρεσιονιστικός

/im.pɾe.si̯o.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ιμπρεσιονισμό ή τον ιμπρεσιονιστή ή αναφέρεται σ' αυτούς Βικιλεξικό
  2. που έχει υποκειμενικό χαρακτήρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιμπρεσιονιστικός < ιμπρεσιονιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιμπρεσιονιστικόςιμπρεσιονιστικήιμπρεσιονιστικό
Γενικήιμπρεσιονιστικούιμπρεσιονιστικήςιμπρεσιονιστικού
Αιτιατικήιμπρεσιονιστικόιμπρεσιονιστικήιμπρεσιονιστικό
Κλητικήιμπρεσιονιστικέιμπρεσιονιστικήιμπρεσιονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιμπρεσιονιστικοίιμπρεσιονιστικέςιμπρεσιονιστικά
Γενικήιμπρεσιονιστικώνιμπρεσιονιστικώνιμπρεσιονιστικών
Αιτιατικήιμπρεσιονιστικούςιμπρεσιονιστικέςιμπρεσιονιστικά
Κλητικήιμπρεσιονιστικοίιμπρεσιονιστικέςιμπρεσιονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →