ιμπρεσιονισμός
•
- τέχνηρεύμα της ευρωπαϊκής τέχνης του τέλους του 19ου αιώνα, κυρίως στη ζωγραφική, με χαρακτηριστικά την αποτύπωση της οπτικής ή ψυχολογικής εντύπωσης, όπως οι αντανακλάσεις του φωτός, παρά της ρεαλιστικής απεικόνισης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιμπρεσιονισμός < οπτικό δάνειο από τη γαλλική impressionnisme < impression (εντύπωση) + -isme (-ισμός) < λατινική impressio < impressus, παθητική μετοχή του imprimo < premo. Από τον τίτλο τού πίνακα (1872) του γάλλου Claude Monet (Κλοντ Μονέ), «Impression, soleil levant» (Εντύπωση, ανατέλλων ήλιος). Δείτε και εμπρεσιονισμός.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιμπρεσιονισμός | ιμπρεσιονισμοί |
| Γενική | ιμπρεσιονισμού | ιμπρεσιονισμών |
| Αιτιατική | ιμπρεσιονισμό | ιμπρεσιονισμούς |
| Κλητική | ιμπρεσιονισμέ | ιμπρεσιονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →