Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ινδοκάρυδο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ινδική καρύδα, ο καρπός του κοκοφοίνικα Βικιλεξικό
  2. αποξηραμένη ινδική καρύδα που χρησιμοποιείται συνήθως στην παρασκευή γλυκισμάτων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ινδοκάρυδο < Iνδ(ία) + -ο- + κάρυον < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Indian nut, κυριολεκτική μετάφραση ονομασίας του. (Στα αγγλικά επικράτησε η ονομασία coconut). To «κάρυον» προσαρμόστηκε στη δημοτική κατά το μοσχοκάρυδο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήινδοκάρυδοινδοκάρυδα
Γενικήινδοκάρυδουινδοκάρυδων
Αιτιατικήινδοκάρυδοινδοκάρυδα
Κλητικήινδοκάρυδοινδοκάρυδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →