ινδοκάρυδο
•
- η ινδική καρύδα, ο καρπός του κοκοφοίνικα Βικιλεξικό
- αποξηραμένη ινδική καρύδα που χρησιμοποιείται συνήθως στην παρασκευή γλυκισμάτων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ινδοκάρυδο < Iνδ(ία) + -ο- + κάρυον < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Indian nut, κυριολεκτική μετάφραση ονομασίας του. (Στα αγγλικά επικράτησε η ονομασία coconut). To «κάρυον» προσαρμόστηκε στη δημοτική κατά το μοσχοκάρυδο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ινδοκάρυδο | ινδοκάρυδα |
| Γενική | ινδοκάρυδου | ινδοκάρυδων |
| Αιτιατική | ινδοκάρυδο | ινδοκάρυδα |
| Κλητική | ινδοκάρυδο | ινδοκάρυδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →