καρύδι
•
- ξηρός καρπόςο καρπός της καρυδιάς Βικιλεξικό
- Ναί, δέν εἶχε σπίτι, μαγειρεῖον, ἀχούρι, κατώγεον, δέν εἶχε καρτόφλια, κρέας, ἅλας, ἀχελώνας, στρείδια; δέν εἶχε λεμόνια, νεράντζια, καρύδια; (Του νέου Ῥόμπινσον συμβάντα. Συντεθέντα μέν εις Γερμανικόν ἰδίωμα [από τον Joachim Heinrich Campe], μεταφρασθέντα δε εις τήν ἁπλην ἡμών διάλεκτον παρά Κωνσταντίνου Δημητρίου Μπέλιου, τόμος Α΄, Εν Βιέννη Αουστρίας, 1792, σελ. 243 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A4%CE%BF%CF%85_%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CF%85_%E1%BF%AC%CE%BF%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%BD%CF%83%CE%BF%CE%BD_%CF%83%CF%85/-SlkAAAAcAAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%B9%CE%B1%22&pg=PA243&printsec=frontcover)
- ανατομίαη προεξοχή του θυρεοειδούς χόνδρου στο λάρυγγα, που λέγεται και « μήλο του Αδάμ » επειδή στον άνδρα σχηματίζει ορθή γωνία κατά την ανάπτυξή του. Στη γυναίκα αναπτύσσεται λιγότερο, σχηματίζει αμβλεία γωνία (120 μοιρών) και έτσι δεν προεξέχει έντονα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καρύδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καρύδι(ν) < αρχαία ελληνική καρύδιον, υποκοριστικό του κάρυον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καρύδι | καρύδια |
| Γενική | καρυδιού | καρυδιών |
| Αιτιατική | καρύδι | καρύδια |
| Κλητική | καρύδι | καρύδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →