ινσουλινοθεραπεία
•
- ιατρικήθεραπεία με χορήγηση ινσουλίνης σε ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ινσουλινοθεραπεία (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική insulinothérapie ή την αγγλική insulin therapy. Μορφολογικά αναλύεται σε ινσουλίν(η) + -ο- + θεραπεία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ινσουλινοθεραπεία | ινσουλινοθεραπείες |
| Γενική | ινσουλινοθεραπείας | ινσουλινοθεραπειών |
| Αιτιατική | ινσουλινοθεραπεία | ινσουλινοθεραπείες |
| Κλητική | ινσουλινοθεραπεία | ινσουλινοθεραπείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →