ινστιτούτο
•
- οργανισμός που με τις ενέργειές του προωθεί τα γράμματα, τις επιστήμες ή τον πολιτισμό καθώς και (κατ’ επέκταση) το κτήριο που στεγάζεται αυτός ο οργανισμός Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητμήμα τίτλου ή ονομασίας διαφόρων εταιρειών ή επιχειρήσεων Βικιλεξικό
- ινστιτούτο αισθητικής
Ετυμολογία
ινστιτούτο < νεολατινική institutum ή μεσαιωνική ελληνική ἰνστιτοῦτα < λατινική institutum < institutus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος instituo < in + statuo < status
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ινστιτούτο | ινστιτούτα |
| Γενική | ινστιτούτου | ινστιτούτων |
| Αιτιατική | ινστιτούτο | ινστιτούτα |
| Κλητική | ινστιτούτο | ινστιτούτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →