Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ινστιτούτο

/in.stiˈtu.to/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οργανισμός που με τις ενέργειές του προωθεί τα γράμματα, τις επιστήμες ή τον πολιτισμό καθώς και (κατ’ επέκταση) το κτήριο που στεγάζεται αυτός ο οργανισμός Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητμήμα τίτλου ή ονομασίας διαφόρων εταιρειών ή επιχειρήσεων Βικιλεξικό
    • ινστιτούτο αισθητικής

Ετυμολογία

ινστιτούτο < νεολατινική institutum ή μεσαιωνική ελληνική ἰνστιτοῦτα < λατινική institutum < institutus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος instituo < in + statuo < status

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήινστιτούτοινστιτούτα
Γενικήινστιτούτουινστιτούτων
Αιτιατικήινστιτούτοινστιτούτα
Κλητικήινστιτούτοινστιτούτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →