ίδρυμα
•
- ο οργανισμός υπηρεσιών που συγκροτείται για κοινωφελείς σκοπούς Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο κτήριο όπου στεγάζεται ο παραπάνω οργανισμός Βικιλεξικό
- κάθε οργανισμός όπου δίνεται στέγη και τροφή σε άτομα που δεν μπορούν να αυτοεξυπητερηθούν (ψυχιατρείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Όταν δεν επιτρέπεται σε ένα παιδί να αφήσει το ίδρυμα και να ζήσει σε μια οικογένεια, επειδή οι ενήλικες σε αυτή την οικογένεια είναι ομόφυλο ζευγάρι, ποιος ιδρυματοποιεί; Το ίδρυμα ή οι νομοθέτες; (Το ανάπηρο (ελληνικό) Δημόσιο , liberal.gr, 25/04/2019 https://www.liberal.gr/apopsi/anapiro-elliniko-dimosio)
Ετυμολογία
ίδρυμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἵδρυμα και σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική institution, foundation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ίδρυμα | ιδρύματα |
| Γενική | ιδρύματος | ιδρυμάτων |
| Αιτιατική | ίδρυμα | ιδρύματα |
| Κλητική | ίδρυμα | ιδρύματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →