ιππασία
•
- το καβαλίκεμα ενός αλόγου και η πορεία μ’ αυτό Βικιλεξικό
- Ίσως αυτή η άνεση να οφειλόταν και στο σπορτίφ ντύσιμό του. Κοίταξε τις χειροποίητες μπότες του και το παντελόνι ιππασίας, που στένευε στα γόνατά του αφήνοντας να διαγραφούν απαλά οι μύες των μηρών του (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ρώμη, Τo Πορτρέτο ενός Αγνώστου, AA Publishing, 2019)
- η τέχνη της ίππευσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιππασία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἱππασία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιππασία | ιππασίες |
| Γενική | ιππασίας | ιππασιών |
| Αιτιατική | ιππασία | ιππασίες |
| Κλητική | ιππασία | ιππασίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →