Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιπποδαμαστής

/i.po.ða.maˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που δαμάζει άλογα Βικιλεξικό
    • Πρόκειται για δύο μαρμάρινα συντάγματα ιπποδαμαστών […]
    • Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)

Ετυμολογία

ιπποδαμαστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἱπποδαμαστής < ἱππόδαμος. Μορφολογικά αναλύεται σε ιππο- + δαμαστής.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήιπποδαμαστήςιπποδαμαστές
Γενικήιπποδαμαστήιπποδαμαστών
Αιτιατικήιπποδαμαστήιπποδαμαστές
Κλητικήιπποδαμαστήιπποδαμαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →