ιπποδρομιακός
•
- που έχει σχέση με τον ιππόδρομο και τις ιπποδρομίες ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- Εγκρίθηκε η τροπολογία για το ιπποδρομιακό στοίχημα (εφ. Το Βήμα, 17.04.2019)
Ετυμολογία
ιπποδρομιακός < ιπποδρομία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιπποδρομιακός | ιπποδρομιακή | ιπποδρομιακό |
| Γενική | ιπποδρομιακού | ιπποδρομιακής | ιπποδρομιακού |
| Αιτιατική | ιπποδρομιακό | ιπποδρομιακή | ιπποδρομιακό |
| Κλητική | ιπποδρομιακέ | ιπποδρομιακή | ιπποδρομιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιπποδρομιακοί | ιπποδρομιακές | ιπποδρομιακά |
| Γενική | ιπποδρομιακών | ιπποδρομιακών | ιπποδρομιακών |
| Αιτιατική | ιπποδρομιακούς | ιπποδρομιακές | ιπποδρομιακά |
| Κλητική | ιπποδρομιακοί | ιπποδρομιακές | ιπποδρομιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →