ιπποσκευή
•
- το σύνολο των εξαρτημάτων που χρειάζονται για το καβαλίκεμα ενός αλόγου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιπποσκευή < ίππος + σκευή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιπποσκευή | ιπποσκευές |
| Γενική | ιπποσκευής | ιπποσκευών |
| Αιτιατική | ιπποσκευή | ιπποσκευές |
| Κλητική | ιπποσκευή | ιπποσκευές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →