ιπποσύνη
•
- ιστορίαη κοινωνική τάξη των ιπποτών καθώς και ο ηθικός και συμπεριφορικός τους κώδικας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιπποσύνη < αρχαία ελληνική ἱπποσύνη < ἵππος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu- (ταχύς) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική chevalerie)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιπποσύνη | ιπποσύνες |
| Γενική | ιπποσύνης | ιπποσυνών |
| Αιτιατική | ιπποσύνη | ιπποσύνες |
| Κλητική | ιπποσύνη | ιπποσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →