ισοβαρής
•
- που έχει ίσο βάρος με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου έχει την ίδια βαρύτητα, την ίδια σημασία ή σπουδαιότητα ή εγκυρότητα με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- […] για την ίδια λέξη συμβαίνει να υπάρχουν δύο τουλάχιστον ισοβαρείς ετυμολογίες.
- μετεωρολογίαπου ενώνει σημεία με ίδια βαρομετρική πίεση Βικιλεξικό
- φυσικήπου ενώνει σημεία με την ίδια πίεση Βικιλεξικό
- χημείαπου έχει το ίδιο ατομικό βάρος αλλά διαφορετικό ατομικό αριθμό Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένο: τα ισοβαρή
Ετυμολογία
ισοβαρής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσοβαρής. Μορφολογικά αναλύεται σε ισο- + -βαρής. :* για σύγχρονους επιστημονικούς όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία όπως η αγγλική isobar, η γαλλική isobare < αρχαία ελληνική ἴσος, βάρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοβαρής | ισοβαρής | ισοβαρές |
| Γενική | ισοβαρούς | ισοβαρούς | ισοβαρούς |
| Αιτιατική | ισοβαρή | ισοβαρή | ισοβαρές |
| Κλητική | ισοβαρή / ισοβαρής | ισοβαρής | ισοβαρές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοβαρείς | ισοβαρείς | ισοβαρή |
| Γενική | ισοβαρών | ισοβαρών | ισοβαρών |
| Αιτιατική | ισοβαρείς | ισοβαρείς | ισοβαρή |
| Κλητική | ισοβαρείς | ισοβαρείς | ισοβαρή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →