Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισοβαρής

/i.so.vaˈɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ίσο βάρος με κάτι άλλο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου έχει την ίδια βαρύτητα, την ίδια σημασία ή σπουδαιότητα ή εγκυρότητα με κάτι άλλο Βικιλεξικό
    • […] για την ίδια λέξη συμβαίνει να υπάρχουν δύο τουλάχιστον ισοβαρείς ετυμολογίες.
  3. μετεωρολογίαπου ενώνει σημεία με ίδια βαρομετρική πίεση Βικιλεξικό
  4. φυσικήπου ενώνει σημεία με την ίδια πίεση Βικιλεξικό
  5. χημείαπου έχει το ίδιο ατομικό βάρος αλλά διαφορετικό ατομικό αριθμό Βικιλεξικό
    • ουσιαστικοποιημένο: τα ισοβαρή

Ετυμολογία

ισοβαρής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσοβαρής. Μορφολογικά αναλύεται σε ισο- + -βαρής. :* για σύγχρονους επιστημονικούς όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία όπως η αγγλική isobar, η γαλλική isobare < αρχαία ελληνική ἴσος, βάρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισοβαρήςισοβαρήςισοβαρές
Γενικήισοβαρούςισοβαρούςισοβαρούς
Αιτιατικήισοβαρήισοβαρήισοβαρές
Κλητικήισοβαρή / ισοβαρήςισοβαρήςισοβαρές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισοβαρείςισοβαρείςισοβαρή
Γενικήισοβαρώνισοβαρώνισοβαρών
Αιτιατικήισοβαρείςισοβαρείςισοβαρή
Κλητικήισοβαρείςισοβαρείςισοβαρή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →