Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισομεγέθης

/i.so.meˈʝe.θis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι ίσος στο μέγεθος με κάτι άλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισομεγέθης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσομεγέθης. Συγχρονικά αναλύεται σε ισο- + μέγεθ(ος) + -ης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισομεγέθης—ισομέγεθες
Γενικήισομεγέθους—ισομεγέθους
Αιτιατικήισομεγέθη—ισομέγεθες
Κλητικήισομεγέθη—ισομέγεθες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήισομεγέθεις—ισομεγέθη
Γενικήισομεγέθων—ισομεγέθων
Αιτιατικήισομεγέθεις—ισομεγέθη
Κλητικήισομεγέθεις—ισομεγέθη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →