ισομοιράζω
•
- μοιράζω σε ίσα μερίδια Βικιλεξικό
- ισομοιράζω τη σοκολάτα μέσα στα μπολ και μετά ρίχνω τη σαντιγύ
Ετυμολογία
ισομοιράζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἰσομοιράζω < αρχαία ελληνική ἰσομοιρέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισομοιράζω | ισομοιράζεις | ισομοιράζει | ισομοιράζουμε | ισομοιράζετε | ισομοιράζουν / ισομοιράζουνε |
| Παρατατικός | ισομοίραζα | ισομοίραζες | ισομοίραζε | ισομοιράζαμε | ισομοιράζατε | ισομοίραζαν / ισομοιράζαν / ισομοιράζανε |
| Αόριστος | ισομοίρασα | ισομοίρασες | ισομοίρασε | ισομοιράσαμε | ισομοιράσατε | ισομοίρασαν / ισομοιράσαν / ισομοιράσανε |
| Μέλλοντας | θα ισομοιράζω / θα ισομοιράσω | θα ισομοιράζεις / θα ισομοιράσεις | θα ισομοιράζει / θα ισομοιράσει | θα ισομοιράζουμε / θα ισομοιράσουμε | θα ισομοιράζετε / θα ισομοιράσετε | θα ισομοιράζουν / θα ισομοιράζουνε / θα ισομοιράσουν / θα ισομοιράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισομοιράσει | έχεις ισομοιράσει | έχει ισομοιράσει | έχουμε ισομοιράσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισομοιράσει | είχες ισομοιράσει | είχε ισομοιράσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισομοιράσει / να ισομοιράζω / να ισομοιράσω | να έχεις ισομοιράσει / να ισομοιράζεις / να ισομοιράσεις | να έχει ισομοιράσει / να ισομοιράζει / να ισομοιράσει | να έχουμε ισομοιράσει / να ισομοιράζουμε / να ισομοιράσουμε | να ισομοιράζετε / να ισομοιράσετε | να ισομοιράζουν / να ισομοιράζουνε / να ισομοιράσουν / να ισομοιράσουνε |
| Προστακτική | — | ισομοίραζε / ισομοίρασε | — | — | ισομοιράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ισομοιράστηκαισομοιράζομαιισομοιράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →