μοίρα
•
- το μερίδιο, το μερτικό Βικιλεξικό
- Ο εκλιπών δεν προνόησε στη διαθήκη του για τα παιδιά του, αυτά όμως θα διεκδικήσουν τη νόμιμη μοίρα τους.
- δεν έχει στον ήλιο μοίρα
- κατ’ επέκτασητο πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο πεπρωμένο, το γραφτό, το ριζικό Βικιλεξικό
- Η μοίρα αυτού του νεοκλασικού κτηρίου ήταν να καταλήξει ένας σωρός από μπάζα.
- ανατομίατμήμα της σπονδυλικής στήλης Βικιλεξικό
- θωρακική μοίρα, οσφυϊκή μοίρα
- γεωμετρίαμονάδα μέτρησης τόξων ή γωνιών, ίση με το 1/360 του κύκλου (συμβολίζεται με °) Βικιλεξικό
- Η ορθή γωνία ισούται με 90 μοίρες.
- στρατιωτικός όροςμονάδα του πυροβολικού, των ειδικών δυνάμεων, του ναυτικού ή της αεροπορίας Βικιλεξικό
- Δύο μοίρες καταδιωκτικών απογειώθηκαν για να αποκρούσουν την εισβολή στον εναέριο χώρο μας.
- Ένα από εκείνα τα μεσημέρια της βαρετής και άσκοπης καθαριότητας, δεν ξέρω πώς, μου 'ρθε να πεταχτώ μέχρι το ΚΨΜ της Δεύτερης Μοίρας, να πιω καφέ. Στα παλιά λημέρια! (Θοδωρής Κοντούλης, Τοτε που η πατρίδα-- μου 'κλεινε πονηρά το μάτι: αναμνήσεις από το στρατό : αφήγημα ψυχωφελές και εκτονωτικόν, εκδόσεις Εντός, 1998, σελ. 87)
Ετυμολογία
μοίρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μοῖρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοίρα | μοίρες |
| Γενική | μοίρας | μοιρών |
| Αιτιατική | μοίρα | μοίρες |
| Κλητική | μοίρα | μοίρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →