ισοπεδώνω
•
- κάνω μια επιφάνεια εδάφους επίπεδη κι ομαλή Βικιλεξικό
- καταστρέφω ολοκληρωτικά ένα κτίσμα, κατεδαφίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξουθενώνω έναν αντίπαλο, τον εκμηδενίζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξισώνω, καταργώ διαφορές ή διαβαθμίσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοπεδώνω < όψιμη ελληνιστική κοινή ἰσοπεδῶ, συνηρημένος τύπος του ἰσοπεδόω + -ώνω < αρχαία ελληνική ἰσόπεδος :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1856
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισοπεδώνω | ισοπεδώνεις | ισοπεδώνει | ισοπεδώνουμε | ισοπεδώνετε | ισοπεδώνουν / ισοπεδώνουνε |
| Παρατατικός | ισοπέδωνα | ισοπέδωνες | ισοπέδωνε | ισοπεδώναμε | ισοπεδώνατε | ισοπέδωναν / ισοπεδώναν / ισοπεδώνανε |
| Αόριστος | ισοπέδωσα | ισοπέδωσες | ισοπέδωσε | ισοπεδώσαμε | ισοπεδώσατε | ισοπέδωσαν / ισοπεδώσαν / ισοπεδώσανε |
| Μέλλοντας | θα ισοπεδώνω / θα ισοπεδώσω | θα ισοπεδώνεις / θα ισοπεδώσεις | θα ισοπεδώνει / θα ισοπεδώσει | θα ισοπεδώνουμε / θα ισοπεδώσουμε | θα ισοπεδώνετε / θα ισοπεδώσετε | θα ισοπεδώνουν / θα ισοπεδώνουνε / θα ισοπεδώσουν / θα ισοπεδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισοπεδώσει | έχεις ισοπεδώσει | έχει ισοπεδώσει | έχουμε ισοπεδώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισοπεδώσει | είχες ισοπεδώσει | είχε ισοπεδώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισοπεδώσει / να ισοπεδώνω / να ισοπεδώσω | να έχεις ισοπεδώσει / να ισοπεδώνεις / να ισοπεδώσεις | να έχει ισοπεδώσει / να ισοπεδώνει / να ισοπεδώσει | να έχουμε ισοπεδώσει / να ισοπεδώνουμε / να ισοπεδώσουμε | να ισοπεδώνετε / να ισοπεδώσετε | να ισοπεδώνουν / να ισοπεδώνουνε / να ισοπεδώσουν / να ισοπεδώσουνε |
| Προστακτική | — | ισοπέδωνε / ισοπέδωσε | — | — | ισοπεδώνετε / ισοπεδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ισοπεδώθηκαισοπεδώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →