ισορροπία
•
- κατάσταση ενός αντικειμένου ή προσώπου να στέκεται σε μια συγκεκριμένη θέση, αν και τείνει να σταθεί σε κάποια άλλη Βικιλεξικό
- Ο άνθρωπος κατά τους πρώτες μήνες της ζωής του εξασκεί την ισορροπία του, ώστε αργότερα να μάθει να στέκεται όρθιος και τελικά να περπατάει.
- Για να γίνεις ακροβάτης πρέπει να ξέρεις καλή ισορροπία.
- (επιστήμες) κατάσταση κατά την οποία δεν φαίνονται μεταβολλές σε ένα σύστημα. Διακρίνεται σε στατική και δυναμική. Στη στατική ισορροπία δεν υπάρχουν μεταβολές, ενώ στη δυναμική υπάρχουν αλλά αλληλοαναιρούνται. Βικιλεξικό
- Ο Δάσκαλος μίλησε για την περίφημη ισορροπία μεταξύ γιν και γιανγκ στο σύμπαν. Αυθόρμητα σήκωσα το χέρι και του είπα ότι ισορροπία δεν υπάρχει επειδή το Κακό δεν είναι ούτε γιν, ούτε γιανγκ· είναι μια τρίτη δύναμη, η οποία υπεισέρχεται στα πάντα και χαλά κάθε ισορροπία (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτο Κακό (Βιβλίο Δεύτερο), Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)
Ετυμολογία
ισορροπία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἰσορροπία < ἰσόρροπος < ἴσος + ῥέπω (→ δείτε και τη λέξη ρρ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισορροπία | ισορροπίες |
| Γενική | ισορροπίας | ισορροπιών |
| Αιτιατική | ισορροπία | ισορροπίες |
| Κλητική | ισορροπία | ισορροπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →