Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισορροπιστής

/i.so.ɾo.piˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που ισορροπεί Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραο ακροβάτης που ισορροπεί πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί ή καλώδιο Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαυτός που προσπαθεί να εξισορροπήσει κάποιους αντιτιθέμενους, να τους συμβιβάσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισορροπιστής < ισορροπ(ώ) + -ιστής, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική équilibriste

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήισορροπιστήςισορροπιστές
Γενικήισορροπιστήισορροπιστών
Αιτιατικήισορροπιστήισορροπιστές
Κλητικήισορροπιστήισορροπιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →