ισορροπιστής
•
- αυτός που ισορροπεί Βικιλεξικό
- ειδικότεραο ακροβάτης που ισορροπεί πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί ή καλώδιο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαυτός που προσπαθεί να εξισορροπήσει κάποιους αντιτιθέμενους, να τους συμβιβάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισορροπιστής < ισορροπ(ώ) + -ιστής, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική équilibriste
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισορροπιστής | ισορροπιστές |
| Γενική | ισορροπιστή | ισορροπιστών |
| Αιτιατική | ισορροπιστή | ισορροπιστές |
| Κλητική | ισορροπιστή | ισορροπιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →