ισοσταθμίζω
•
- κυριολεκτικάεξισορροπώ το βάρος δύο πραγμάτων Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξισορροπώ τη βαρύτητα των συνεπειών δύο δράσεων ή ενεργειών, ώστε να αλληλοεξουδετερώνονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοσταθμίζω < ελληνιστική κοινή ἰσόσταθμ(ος) ή ἰσοσταθμέω / ἰσοσταθμῶ + -ίζω < ἰσόσταθμος / ἰσοσταθμής < αρχαία ελληνική ἴσος + στάθμη (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική équilibrer, balancer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισοσταθμίζω | ισοσταθμίζεις | ισοσταθμίζει | ισοσταθμίζουμε | ισοσταθμίζετε | ισοσταθμίζουν / ισοσταθμίζουνε |
| Παρατατικός | ισοστάθμιζα | ισοστάθμιζες | ισοστάθμιζε | ισοσταθμίζαμε | ισοσταθμίζατε | ισοστάθμιζαν / ισοσταθμίζαν / ισοσταθμίζανε |
| Αόριστος | ισοστάθμισα | ισοστάθμισες | ισοστάθμισε | ισοσταθμίσαμε | ισοσταθμίσατε | ισοστάθμισαν / ισοσταθμίσαν / ισοσταθμίσανε |
| Μέλλοντας | θα ισοσταθμίζω / θα ισοσταθμίσω | θα ισοσταθμίζεις / θα ισοσταθμίσεις | θα ισοσταθμίζει / θα ισοσταθμίσει | θα ισοσταθμίζουμε / θα ισοσταθμίσουμε | θα ισοσταθμίζετε / θα ισοσταθμίσετε | θα ισοσταθμίζουν / θα ισοσταθμίζουνε / θα ισοσταθμίσουν / θα ισοσταθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ισοσταθμίσει | έχεις ισοσταθμίσει | έχει ισοσταθμίσει | έχουμε ισοσταθμίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισοσταθμίσει | είχες ισοσταθμίσει | είχε ισοσταθμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζω / να ισοσταθμίσω | να έχεις ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζεις / να ισοσταθμίσεις | να έχει ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζει / να ισοσταθμίσει | να έχουμε ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζουμε / να ισοσταθμίσουμε | να ισοσταθμίζετε / να ισοσταθμίσετε | να ισοσταθμίζουν / να ισοσταθμίζουνε / να ισοσταθμίσουν / να ισοσταθμίσουνε |
| Προστακτική | — | ισοστάθμιζε / ισοστάθμισε | — | — | ισοσταθμίζετε / ισοσταθμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ισοσταθμίστηκαισοσταθμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →