Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισοσταθμίζω

/i.so.staˈθmi.zo/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάεξισορροπώ το βάρος δύο πραγμάτων Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεξισορροπώ τη βαρύτητα των συνεπειών δύο δράσεων ή ενεργειών, ώστε να αλληλοεξουδετερώνονται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισοσταθμίζω < ελληνιστική κοινή ἰσόσταθμ(ος) ή ἰσοσταθμέω / ἰσοσταθμῶ + -ίζω < ἰσόσταθμος / ἰσοσταθμής < αρχαία ελληνική ἴσος + στάθμη (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική équilibrer, balancer)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςισοσταθμίζωισοσταθμίζειςισοσταθμίζειισοσταθμίζουμεισοσταθμίζετεισοσταθμίζουν / ισοσταθμίζουνε
Παρατατικόςισοστάθμιζαισοστάθμιζεςισοστάθμιζεισοσταθμίζαμεισοσταθμίζατεισοστάθμιζαν / ισοσταθμίζαν / ισοσταθμίζανε
Αόριστοςισοστάθμισαισοστάθμισεςισοστάθμισεισοσταθμίσαμεισοσταθμίσατεισοστάθμισαν / ισοσταθμίσαν / ισοσταθμίσανε
Μέλλονταςθα ισοσταθμίζω / θα ισοσταθμίσωθα ισοσταθμίζεις / θα ισοσταθμίσειςθα ισοσταθμίζει / θα ισοσταθμίσειθα ισοσταθμίζουμε / θα ισοσταθμίσουμεθα ισοσταθμίζετε / θα ισοσταθμίσετεθα ισοσταθμίζουν / θα ισοσταθμίζουνε / θα ισοσταθμίσουν / θα ισοσταθμίσουνε
Παρακείμενοςέχω ισοσταθμίσειέχεις ισοσταθμίσειέχει ισοσταθμίσειέχουμε ισοσταθμίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα ισοσταθμίσειείχες ισοσταθμίσειείχε ισοσταθμίσει———
Υποτακτικήνα έχω ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζω / να ισοσταθμίσωνα έχεις ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζεις / να ισοσταθμίσειςνα έχει ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζει / να ισοσταθμίσεινα έχουμε ισοσταθμίσει / να ισοσταθμίζουμε / να ισοσταθμίσουμενα ισοσταθμίζετε / να ισοσταθμίσετενα ισοσταθμίζουν / να ισοσταθμίζουνε / να ισοσταθμίσουν / να ισοσταθμίσουνε
Προστακτική—ισοστάθμιζε / ισοστάθμισε——ισοσταθμίζετε / ισοσταθμίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ισοσταθμίστηκαισοσταθμίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →