ισοχρονισμός
•
- η πραγματοποίηση διαδικασιών σε ίσα χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
- (φυσική) ισοχρονισμός ταλαντώσεων του εκκρεμούς
- φωνητικήη ρυθμική κατάτμηση της γλώσσας σε κομμάτια ίσης διάρκειας Βικιλεξικό
- Ο ισοχρονισμός βραχέων και μακρών φωνηέντων στην ελληνική γλώσσα ολοκληρώθηκε ως το τέλος της ελληνιστικής περιόδου.
- συνώνυμο του συγχρονισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοχρονισμός < (ίσος) ισο- + χρονισμός, λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική isochronisme < αρχαία ελληνική ἴσος + χρόν(ος) + -ισμός :* για τη σημασία στη φωνητική: απόδοση για την αγγλική isochrony ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισοχρονισμός | ισοχρονισμοί |
| Γενική | ισοχρονισμού | ισοχρονισμών |
| Αιτιατική | ισοχρονισμό | ισοχρονισμούς |
| Κλητική | ισοχρονισμέ | ισοχρονισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →