ισοχρονώ
•
- είμαι ισόχρονος Βικιλεξικό
- γραμματικήέχω τον ίδιο χρόνο με άλλη συλλαβή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισοχρονώ < ελληνιστική κοινή ἰσοχρονέω < ἰσόχρονος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ισοχρονώ | ισοχρονείς | ισοχρονεί | ισοχρονούμε | ισοχρονείτε | ισοχρονούν / ισοχρονούνε |
| Παρατατικός | ισοχρονούσα | ισοχρονούσες | ισοχρονούσε | ισοχρονούσαμε | ισοχρονούσατε | ισοχρονούσαν / ισοχρονούσανε |
| Αόριστος | ισοχρόνησα | ισοχρόνησες | ισοχρόνησε | ισοχρονήσαμε | ισοχρονήσατε | ισοχρονήσαν / ισοχρονήσανε / ισοχρόνησαν |
| Μέλλοντας | θα ισοχρονήσω / θα ισοχρονώ | θα ισοχρονήσεις / θα ισοχρονείς | θα ισοχρονήσει / θα ισοχρονεί | θα ισοχρονήσουμε / θα ισοχρονούμε | θα ισοχρονήσετε / θα ισοχρονείτε | θα ισοχρονήσουν / θα ισοχρονήσουνε / θα ισοχρονούν / θα ισοχρονούνε |
| Παρακείμενος | έχω ισοχρονήσει | έχεις ισοχρονήσει | έχει ισοχρονήσει | έχουμε ισοχρονήσει | έχετε ισοχρονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ισοχρονήσει | είχες ισοχρονήσει | είχε ισοχρονήσει | είχαμε ισοχρονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ισοχρονήσει / να ισοχρονήσω / να ισοχρονώ | να έχεις ισοχρονήσει / να ισοχρονήσεις / να ισοχρονείς | να έχει ισοχρονήσει / να ισοχρονήσει / να ισοχρονεί | να έχουμε ισοχρονήσει / να ισοχρονήσουμε / να ισοχρονούμε | να έχετε ισοχρονήσει / να ισοχρονήσετε / να ισοχρονείτε | να ισοχρονήσουν / να ισοχρονήσουνε / να ισοχρονούν / να ισοχρονούνε |
| Προστακτική | — | ισοχρόνει / ισοχρόνησε | — | — | ισοχρονήστε / ισοχρονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →