ιστικός
•
- βιολογίαπου έχει σχέση με ιστούς ή αναφέρεται σʼ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστικός < ιστός + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική tissulaire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστικός | ιστική | ιστικό |
| Γενική | ιστικού | ιστικής | ιστικού |
| Αιτιατική | ιστικό | ιστική | ιστικό |
| Κλητική | ιστικέ | ιστική | ιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστικοί | ιστικές | ιστικά |
| Γενική | ιστικών | ιστικών | ιστικών |
| Αιτιατική | ιστικούς | ιστικές | ιστικά |
| Κλητική | ιστικοί | ιστικές | ιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →