Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με ιστούς ή αναφέρεται σʼ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστικός < ιστός + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική tissulaire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστικόςιστικήιστικό
Γενικήιστικούιστικήςιστικού
Αιτιατικήιστικόιστικήιστικό
Κλητικήιστικέιστικήιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστικοίιστικέςιστικά
Γενικήιστικώνιστικώνιστικών
Αιτιατικήιστικούςιστικέςιστικά
Κλητικήιστικοίιστικέςιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →