ιστιοδρομώ
•
- ναυτικός όροςταξιδεύω με ανοιχτά πανιά, πλέω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστιοδρομώ < ελληνιστική κοινή ἱστιοδρομέω / ἱστιοδρομῶ < αρχαία ελληνική ἱστίον (< ἱστός + δρόμος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιστιοδρομώ | ιστιοδρομείς | ιστιοδρομεί | ιστιοδρομούμε | ιστιοδρομείτε | ιστιοδρομούν / ιστιοδρομούνε |
| Παρατατικός | ιστιοδρομούσα | ιστιοδρομούσες | ιστιοδρομούσε | ιστιοδρομούσαμε | ιστιοδρομούσατε | ιστιοδρομούσαν / ιστιοδρομούσανε |
| Αόριστος | ιστιοδρόμησα | ιστιοδρόμησες | ιστιοδρόμησε | ιστιοδρομήσαμε | ιστιοδρομήσατε | ιστιοδρομήσαν / ιστιοδρομήσανε / ιστιοδρόμησαν |
| Μέλλοντας | θα ιστιοδρομήσω / θα ιστιοδρομώ | θα ιστιοδρομήσεις / θα ιστιοδρομείς | θα ιστιοδρομήσει / θα ιστιοδρομεί | θα ιστιοδρομήσουμε / θα ιστιοδρομούμε | θα ιστιοδρομήσετε / θα ιστιοδρομείτε | θα ιστιοδρομήσουν / θα ιστιοδρομήσουνε / θα ιστιοδρομούν / θα ιστιοδρομούνε |
| Παρακείμενος | έχω ιστιοδρομήσει | έχεις ιστιοδρομήσει | έχει ιστιοδρομήσει | έχουμε ιστιοδρομήσει | έχετε ιστιοδρομήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιστιοδρομήσει | είχες ιστιοδρομήσει | είχε ιστιοδρομήσει | είχαμε ιστιοδρομήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιστιοδρομήσει / να ιστιοδρομήσω / να ιστιοδρομώ | να έχεις ιστιοδρομήσει / να ιστιοδρομήσεις / να ιστιοδρομείς | να έχει ιστιοδρομήσει / να ιστιοδρομήσει / να ιστιοδρομεί | να έχουμε ιστιοδρομήσει / να ιστιοδρομήσουμε / να ιστιοδρομούμε | να έχετε ιστιοδρομήσει / να ιστιοδρομήσετε / να ιστιοδρομείτε | να ιστιοδρομήσουν / να ιστιοδρομήσουνε / να ιστιοδρομούν / να ιστιοδρομούνε |
| Προστακτική | — | ιστιοδρόμει / ιστιοδρόμησε | — | — | ιστιοδρομήστε / ιστιοδρομείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →