αρμενίζω
•
- ταξιδεύω με ανοιχτά πανιά, πλέω Βικιλεξικό
- Τέλος, μετὰ ἔτος καὶ πλέον, ἠκούσθη μία ἀόριστος φήμη ὅτι ὁ Μῶρος διέπραξε φόνον ἐντὸς τοῦ πλοίου, μὲ τὸ ὁποῖον ἀρμένιζε. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα)
- Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους @books.google
- μεταφορικάονειροπολώ, αφαιρούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αρμενίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀρμενίζω < ἄρμεν(ον) + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αρμενίζω | αρμενίζεις | αρμενίζει | αρμενίζουμε | αρμενίζετε | αρμενίζουν / αρμενίζουνε |
| Παρατατικός | αρμένιζα | αρμένιζες | αρμένιζε | αρμενίζαμε | αρμενίζατε | αρμένιζαν / αρμενίζαν / αρμενίζανε |
| Αόριστος | αρμένισα | αρμένισες | αρμένισε | αρμενίσαμε | αρμενίσατε | αρμένισαν / αρμενίσαν / αρμενίσανε |
| Μέλλοντας | θα αρμενίζω / θα αρμενίσω | θα αρμενίζεις / θα αρμενίσεις | θα αρμενίζει / θα αρμενίσει | θα αρμενίζουμε / θα αρμενίσουμε | θα αρμενίζετε / θα αρμενίσετε | θα αρμενίζουν / θα αρμενίζουνε / θα αρμενίσουν / θα αρμενίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αρμενίσει | έχεις αρμενίσει | έχει αρμενίσει | έχουμε αρμενίσει | έχετε αρμενίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αρμενίσει | είχες αρμενίσει | είχε αρμενίσει | είχαμε αρμενίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αρμενίσει / να αρμενίζω / να αρμενίσω | να έχεις αρμενίσει / να αρμενίζεις / να αρμενίσεις | να έχει αρμενίσει / να αρμενίζει / να αρμενίσει | να έχουμε αρμενίσει / να αρμενίζουμε / να αρμενίσουμε | να έχετε αρμενίσει / να αρμενίζετε / να αρμενίσετε | να αρμενίζουν / να αρμενίζουνε / να αρμενίσουν / να αρμενίσουνε |
| Προστακτική | — | αρμένιζε / αρμένισε | — | — | αρμενίζετε / αρμενίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →