ιστοριοδίφης
•
- λόγιοαυτός που ψάχνει, που ερευνά επισταμένως και αναζητεί ιστορικά τεκμήρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιστοριοδίφης < ιστορία + -ο- + -δίφης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ιστοριοδίφης | ιστοριοδίφες |
| Γενική | ιστοριοδίφη | ιστοριοδιφών |
| Αιτιατική | ιστοριοδίφη | ιστοριοδίφες |
| Κλητική | ιστοριοδίφη | ιστοριοδίφες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →