Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιστοριοδιφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοσχετικός με την ιστοριοδιφία και τους ιστοριοδίφες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιστοριοδιφικός < ιστοριοδίφης / ιστοριοδιφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστοριοδιφικόςιστοριοδιφικήιστοριοδιφικό
Γενικήιστοριοδιφικούιστοριοδιφικήςιστοριοδιφικού
Αιτιατικήιστοριοδιφικόιστοριοδιφικήιστοριοδιφικό
Κλητικήιστοριοδιφικέιστοριοδιφικήιστοριοδιφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιστοριοδιφικοίιστοριοδιφικέςιστοριοδιφικά
Γενικήιστοριοδιφικώνιστοριοδιφικώνιστοριοδιφικών
Αιτιατικήιστοριοδιφικούςιστοριοδιφικέςιστοριοδιφικά
Κλητικήιστοριοδιφικοίιστοριοδιφικέςιστοριοδιφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →