Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ισχυροποίηση

/i.sçi.ɾoˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισχυροποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ισχυροποίηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰσχυροποίη(σις). Μορφολογικά αναλύεται σε ισχυρο- + -ποίηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήισχυροποίησηισχυροποιήσεις
Γενικήισχυροποίησηςισχυροποιήσεων
Αιτιατικήισχυροποίησηισχυροποιήσεις
Κλητικήισχυροποίησηισχυροποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →