ισχυροποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ισχυροποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ισχυροποίηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰσχυροποίη(σις). Μορφολογικά αναλύεται σε ισχυρο- + -ποίηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ισχυροποίηση | ισχυροποιήσεις |
| Γενική | ισχυροποίησης | ισχυροποιήσεων |
| Αιτιατική | ισχυροποίηση | ισχυροποιήσεις |
| Κλητική | ισχυροποίηση | ισχυροποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →