Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ίταμος

/ˈi.ta.mos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το αειθαλές δέντρο Taxus baccata, γνωστό και σαν ήμερο έλατο ή καρκαριά ή δέντρο του θανάτου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ίταμος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήίταμοςίταμοι
Γενικήιτάμουιτάμων
Αιτιατικήίταμοιτάμους
Κλητικήίταμείταμοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ιταμός

/i.taˈmos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου επιδεικνύει μια αναιδή, θρασεία, προκλητική ή αυθάδη συμπεριφορά Βικιλεξικό
    • Η απόφαση του Ιωάννη Μεταξά να απορρίψει χωρίς δισταγμό το ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο έθεσε άμεσα σε λειτουργία την πολεμική μηχανή. (www.kathimerini.gr, 28.10.2020)

Ετυμολογία

ιταμός < αρχαία ελληνική ἰταμός < ἴτης < εἶμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ey-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιταμόςιταμήιταμό
Γενικήιταμούιταμήςιταμού
Αιτιατικήιταμόιταμήιταμό
Κλητικήιταμέιταμήιταμό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιταμοίιταμέςιταμά
Γενικήιταμώνιταμώνιταμών
Αιτιατικήιταμούςιταμέςιταμά
Κλητικήιταμοίιταμέςιταμά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →