Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ιχνηλατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ιχνηλάτηση ή τον ιχνηλάτη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ιχνηλατικός < ελληνιστική κοινή ἰχνηλατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιχνηλατικόςιχνηλατικήιχνηλατικό
Γενικήιχνηλατικούιχνηλατικήςιχνηλατικού
Αιτιατικήιχνηλατικόιχνηλατικήιχνηλατικό
Κλητικήιχνηλατικέιχνηλατικήιχνηλατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήιχνηλατικοίιχνηλατικέςιχνηλατικά
Γενικήιχνηλατικώνιχνηλατικώνιχνηλατικών
Αιτιατικήιχνηλατικούςιχνηλατικέςιχνηλατικά
Κλητικήιχνηλατικοίιχνηλατικέςιχνηλατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →