ιχνηλατώ
•
- καταδιώκω, ψάχνω να βρω κάτι ακολουθώντας τα ίχνη του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ιχνηλατώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἰχνηλατῶ, συνηρημένος τύπος του ἰχνηλατέω. Δείτε ἰχνηλάτης
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ιχνηλατώ | ιχνηλατείς | ιχνηλατεί | ιχνηλατούμε | ιχνηλατείτε | ιχνηλατούν / ιχνηλατούνε |
| Παρατατικός | ιχνηλατούσα | ιχνηλατούσες | ιχνηλατούσε | ιχνηλατούσαμε | ιχνηλατούσατε | ιχνηλατούσαν / ιχνηλατούσανε |
| Αόριστος | ιχνηλάτησα | ιχνηλάτησες | ιχνηλάτησε | ιχνηλατήσαμε | ιχνηλατήσατε | ιχνηλάτησαν / ιχνηλατήσαν / ιχνηλατήσανε |
| Μέλλοντας | θα ιχνηλατήσω / θα ιχνηλατώ | θα ιχνηλατήσεις / θα ιχνηλατείς | θα ιχνηλατήσει / θα ιχνηλατεί | θα ιχνηλατήσουμε / θα ιχνηλατούμε | θα ιχνηλατήσετε / θα ιχνηλατείτε | θα ιχνηλατήσουν / θα ιχνηλατήσουνε / θα ιχνηλατούν / θα ιχνηλατούνε |
| Παρακείμενος | έχω ιχνηλατήσει | έχεις ιχνηλατήσει | έχει ιχνηλατήσει | έχουμε ιχνηλατήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ιχνηλατήσει | είχες ιχνηλατήσει | είχε ιχνηλατήσει | είχαμε ιχνηλατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ιχνηλατήσει / να ιχνηλατήσω / να ιχνηλατώ | να έχεις ιχνηλατήσει / να ιχνηλατήσεις / να ιχνηλατείς | να έχει ιχνηλατήσει / να ιχνηλατήσει / να ιχνηλατεί | να έχουμε ιχνηλατήσει / να ιχνηλατήσουμε / να ιχνηλατούμε | να ιχνηλατήσετε / να ιχνηλατείτε | να ιχνηλατήσουν / να ιχνηλατήσουνε / να ιχνηλατούν / να ιχνηλατούνε |
| Προστακτική | — | ιχνηλάτησε | — | — | ιχνηλατήστε / ιχνηλατείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ιχνηλατήθηκαιχνηλατούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →