Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάζο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποκάτι απρόβλεπτο, τυχαίο και (κάπως) δυσάρεστο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάζο < (άμεσο δάνειο) ιταλική caso < λατινική cāsus < cado < πρωτοϊταλική *kadō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱad- (πέφτω). Δεν σχετίζεται με το καζίκι (από τα τουρκικά).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκάζοκάζα
Γενικήκάζουκάζων
Αιτιατικήκάζοκάζα
Κλητικήκάζοκάζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →