κάθε
•
- ένας ένας/μία μία/ένα ένα Βικιλεξικό
- κάθε μέρα έχει και τα δικά της προβλήματα
- όλοι/όλες/όλα μαζί Βικιλεξικό
- κάθε υποψήφιος καλείται να περάσει τα προφορικά
- επαναλαμβάνει τα ίδια πράγματα κάθε φορά
- σε ίσα διαστήματα Βικιλεξικό
- κάθε πενήντα μέτρα έχει και μια είσοδο
- κάθε Σάββατο κάνουμε επισκέψεις
Ετυμολογία
κάθε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάθε < καθείς < αρχαία ελληνική καθέν, ουδέτερο του καθείς < κατά + εἷς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →