Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κάθιδρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπολύ ιδρωμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κάθιδρος < (ελληνιστική κοινή) < κατά + αρχαία ελληνική ἱδρώς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκάθιδροςκάθιδρηκάθιδρο
Γενικήκάθιδρουκάθιδρηςκάθιδρου
Αιτιατικήκάθιδροκάθιδρηκάθιδρο
Κλητικήκάθιδρεκάθιδρηκάθιδρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκάθιδροικάθιδρεςκάθιδρα
Γενικήκάθιδρωνκάθιδρωνκάθιδρων
Αιτιατικήκάθιδρουςκάθιδρεςκάθιδρα
Κλητικήκάθιδροικάθιδρεςκάθιδρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →