κατά
•
- + γενικήεναντίον Βικιλεξικό
- κατά παντός υπευθύνου
- κατά του κράτους
- + αιτιατικήμε χρονική σημασία· γύρω, περίπου Βικιλεξικό
- Θα έρθω κατά τις 6 το απόγευμα.
- Θα βρεθούμε κατά το μεσημεράκι.
- (ειδικότερα) σε κάποια χρονική στιγμή που διαρκούσε κάτι
- (ειδικότερα), συνήθως ως κατά τη διάρκεια
- + αιτιατικήδηλώνει το πρόσωπο που κρίνει· σύμφωνα με κάποιον Βικιλεξικό
- κατά την άποψή μου
- κατά τους στωικούς
Ετυμολογία
κατά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κατά :* για λόγιες εκφράσεις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατά
Άλλοι τύποι
καθ'καθ’κατ'κατ’
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →