κάθοδος
•
- η πορεία με κατεύθυνση προς τα κάτω ή προς τη θάλασσα Βικιλεξικό
- η πορεία με κατεύθυνση προς τον νότο Βικιλεξικό
- μονόδρομος στον οποίο τα οχήματα κινούνται (συνήθως) από υψηλότερο προς χαμηλότερο σημείο Βικιλεξικό
- φυσικήτο αρνητικό ηλεκτρόδιο στη διαδικασία της ηλεκτρόλυσης Βικιλεξικό
- η συμμετοχή ενός υποψηφίου στις εκλογές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάθοδος < αρχαία ελληνική κάθοδος < κατά (κάθ-) + ὁδός : για τον όρο της φυσικής < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cathode < αρχαία ελληνική κάθοδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάθοδος | κάθοδοι |
| Γενική | καθόδου | καθόδων |
| Αιτιατική | κάθοδο | καθόδους |
| Κλητική | κάθοδε / κάθοδο | κάθοδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →