κάλυκας
•
- βοτανικήτο μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα και προστατεύει το άνθος Βικιλεξικό
- το τμήμα ενός βλήματος ή φυσιγγίου που περιέχει την πυρίτιδα και συγκρατεί τα σκάγια ή τη σφαίρα πριν την εκπυρσοκρότηση Βικιλεξικό
- η βάση λαμπτήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάλυκας < αρχαία ελληνική κάλυξ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική calice ή (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική shell)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάλυκας | κάλυκες |
| Γενική | κάλυκα | καλύκων |
| Αιτιατική | κάλυκα | κάλυκες |
| Κλητική | κάλυκα | κάλυκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →