Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καλυκοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βοτανικήπου φέρει κάλυκα Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοκαλυκοφόρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καλυκοφόρος < κάλυκ(ας) + -ο- + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλυκοφόροςκαλυκοφόρακαλυκοφόρο
Γενικήκαλυκοφόρουκαλυκοφόραςκαλυκοφόρου
Αιτιατικήκαλυκοφόροκαλυκοφόρακαλυκοφόρο
Κλητικήκαλυκοφόρεκαλυκοφόρακαλυκοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαλυκοφόροικαλυκοφόρεςκαλυκοφόρα
Γενικήκαλυκοφόρωνκαλυκοφόρωνκαλυκοφόρων
Αιτιατικήκαλυκοφόρουςκαλυκοφόρεςκαλυκοφόρα
Κλητικήκαλυκοφόροικαλυκοφόρεςκαλυκοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →