κάλφας
•
- παρωχημένοο βοηθός του μάστορα, ο οποίος είναι ιεραρχικά πιο πάνω από τον μαθητευόμενο (που λέγεται τσιράκι από το επίσης Τουρκικό çιrak, ή και παραγιός). Ο κάλφας αποτελεί τον διάδοχο του μάστορα, του ολοκληρωμένου τεχνίτη δηλαδή, στα πλαίσια της συντεχνίας. Βικιλεξικό
- Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, βαρόνος και δουλοπάροικος, μάστορας και κάλφας, με μια λέξη, καταπιεστής και καταπιεζόμενος, βρίσκονταν σε ακατάπαυστη αντίθεση μεταξύ τους, έκαναν αδιάκοπο αγώνα, πότε καλυμμένο, πότε ανοιχτό (Καρλ Μαρξ - Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος/Κεφάλαιο 1: Αστοί και Προλετάριοι)
- παρωχημένοο παραγιός, ο μαθητευόμενος Βικιλεξικό
- Ο Βάνκας Ζούκοφ, ένα παιδάκι εννιά χρονώ, δουλεύει εδώ και τρεις μήνες κάλφας στο τσαγκαράδικο του Αλιάχιν. (Άντον Τσέχοφ, Ο Βάνκας)
- παρωχημένοο μάστορας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάλφας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κάλφας < τουρκική kalfa < αραβική خليفة (halife, χαλίφης, διάδοχος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάλφας | καλφάδες |
| Γενική | κάλφα | καλφάδων |
| Αιτιατική | κάλφα | καλφάδες |
| Κλητική | κάλφα | καλφάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →