κάμπιγκ
•
- ειδικός χώρος με διάφορες εγκαταστάσεις (τουαλέτες κ.λπ.), όπου μπορεί κάποιος να στήσει μια σκηνή και να κατασκηνώσει ή να παρκάρει το τροχόσπιτο Βικιλεξικό
- τρόπος διακοπών ή διαβίωσης σε σκηνή ή τροχόσπιτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κάμπιγκ < (λόγιο δάνειο) αγγλική camping < camp < μέση αγγλική camp (πεδίο μάχης, ανοικτό πεδίο) < αγγλοσαξονικά camp < πρωτογερμανική *kampą < λατινικά campus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kamp- (κάμπτω, λυγίζω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →