καμπάνα
•
- ηχητικό όργανο που έχει σχήμα ανάποδου κόλουρου κώνου μέσα στον οποίο βρίσκεται ένα γλωσσίδι και συνήθως χρησιμεύει για σήμαντρο εκκλησίας ή σχολείου Βικιλεξικό
- 1954 - Γιατί χτυπάς την καμπάνα, του φώναξαν, τι τρέχει; (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)
- 1943 - ⌘ Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά
- μεταφορικάη τιμωρία Βικιλεξικό
- μεταφορικάπρόστιμο, χρηματική ποινή Βικιλεξικό
- μου 'ριξε μια καμπάνα...
- μόδατο άκρο σε μπατζάκι παντελονιού, όταν έχει σχήμα αρκετά μεγαλύτερο, ώστε να θυμίζει καμπάνα Βικιλεξικό
- και επιθετικοποιημένο: συνώνυμο του καμπανωτός
- για το μπανγκαλόου δείτε Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήμεμονωμένο μικρό οίκημα σε ξενοδοχειακό συγκρότημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καμπάνα < υστερολατινική campana < λατινική Campana, θηλυκό του Campanus (κατασκευασμένος στην Καμπανία) < Campania < campus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kh₂emp- (κάμπτω, λυγίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπάνα | καμπάνες |
| Γενική | καμπάνας | καμπανών |
| Αιτιατική | καμπάνα | καμπάνες |
| Κλητική | καμπάνα | καμπάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →