κάρτο
•
- τέταρτο της ώρας Βικιλεξικό
- Στο δρόμο ανταμώσαμε κι άλλα μαθητούδια˙ τα πιο πολλά έρχονταν από τον Μαντομαχαλά και τη Χρυσοπολίτισσα, κι ήταν αφρόντιστα. Περπατήσαμε ένα κάρτο της ώρας και φτάσαμε στο Δημοτικό Λαρνάκου.
Ετυμολογία
κάρτο < πιθανών από ιταλική quarto ή γαλλική quart
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →