κάτοικος
•
- αυτός ή αυτή που μένει (κατοικεί) σε ορισμένο τόπο Βικιλεξικό
- οι κάτοικοι του χωριού αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους λόγω της πυρκαγιάς
- ο βρυχηθμός της αρκούδας ξύπνησε όλους τους άλλους κατοίκους του δάσους
Ετυμολογία
κάτοικος < αρχαία ελληνική κάτοικος < κατά (κατ- + οἶκος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κάτοικος | κάτοικοι |
| Γενική | κάτοικου / κατοίκου | κατοίκων |
| Αιτιατική | κάτοικο | κάτοικους / κατοίκους |
| Κλητική | κάτοικε | κάτοικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →